- λιγόζωος
- -η, -οαυτός που ζει λίγα χρόνια: Η μικρή του αδερφή ήταν λιγόζωη.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
αρτίζωος — ἀρτίζωος, ον (Α) ο λιγόζωος, αυτός που δεν πρόκειται να ζήσει πολύ … Dictionary of Greek
βραχύβιος — α, ο (AM βραχύβιος, ον) αυτός που έχει σύντομη ζωή, λιγόζωος … Dictionary of Greek
λιγο- — και ολιγ(ο) (AM ολιγ[ο] , Μ και λίγ[ο] ) τύπος «σύνθετου υποκοριστικού» (πρβλ. μικρο , χαμο , υπο κ.ά.) που ανάγεται στο επίθ. ολίγος*. Δηλώνει σμίκρυνση ή υποκορισμό τής σημασίας τού β συνθετικού. Τα σύνθετα τού τύπου ολιγ(ο) αποτελούν το… … Dictionary of Greek
λιγοζώητος — η, ο και (ο)λιγόζωος, η, ο (Μ ὀλιγόζωος, ον) αυτός που έχει λίγη ζωή, βραχύβιος … Dictionary of Greek
μικρόβιος — ο αυτός που έχει μικρή διάρκεια ζωής, που ζει λίγο, λιγόζωος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο) * βίος (< βίος), πρβλ. μακρό βιος] … Dictionary of Greek
οξυθάνατος — ὀξυθάνατος, ον (Α) 1. αυτός που πεθαίνει πρόωρα, λιγόζωος, βραχύβιος 2. αυτός που προκαλεί τον θάνατο μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, που φονεύει ταχέως. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ * + θάνατος] … Dictionary of Greek
ολιγόζωος, -η, -ο — και λιγόζωος, η, ο και λιγοζώητος, η, ο αυτός που έζησε λίγο χρόνο: Πολλοί απ την οικογένεια αυτή ήταν λιγοζώητοι … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)